μωραίνω

μωραίνω
(αόρ. (ε)μώρανα, παθ. αόρ. (ε)μωράθηκα, εμωράνθην) μετ, доводить до потери рассудка; доводить до одурения, до отупения;

§ μωραίνει κύριος όν βρύλεται απολέσαι — если бог захочет кого наказать, так прежде всего отнимет разум;

μωραίνομαι — доходить до потери рассудка, до одурения, до отупения


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "μωραίνω" в других словарях:

  • μωραίνω — to be silly pres subj act 1st sg μωραίνω to be silly pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μωραίνω — μωραίνω, μώρανα βλ. πίν. 44 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μωραίνω — (ΑΜ μωραίνω) 1. (αμτβ.) συμπεριφέρομαι, μιλώ ή ενεργώ ως ανόητος, μωραίνομαι, αποβλακώνομαι, ανοηταίνω 2. (μτβ.) καθιστώ ή αποδεικνύω κάποιον ή κάτι ανόητο («μωραίνει Κύριος ὃν βούλεται ἀπολέσαι», ΚΔ) (μσν. αρχ.) (το παθ.) μωραίνομαι… …   Dictionary of Greek

  • μωραίνω — μώρανα, μωράθηκα, μωραμένος 1. κάνω κάποιον μωρό, ανόητο, αποβλακώνω: Τον μώρανε η γέννηση του γιου του. 2. το μέσ., μωραίνομαι γίνομαι μωρός, ανόητος, ξεμυαλίζομαι: Μωράθηκε από τον έρωτα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μωραίνετε — μωραίνω to be silly pres imperat act 2nd pl μωραίνω to be silly pres ind act 2nd pl μωραίνω to be silly imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μωραινόντων — μωραίνω to be silly pres part act masc/neut gen pl μωραίνω to be silly pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μωρανεῖ — μωραίνω to be silly fut ind mid 2nd sg (attic epic doric ionic) μωραίνω to be silly fut ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μωραίνει — μωραίνω to be silly pres ind mp 2nd sg μωραίνω to be silly pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μωραίνομεν — μωραίνω to be silly pres ind act 1st pl μωραίνω to be silly imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μωραίνοντα — μωραίνω to be silly pres part act neut nom/voc/acc pl μωραίνω to be silly pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μωραίνοντι — μωραίνω to be silly pres part act masc/neut dat sg μωραίνω to be silly pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»